γρόνθων

γρόνθων, ωνος, ,
A first lessons on the flute, Poll.4.83, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γρόνθων — γρόνθος fist masc gen pl γρόνθων first lessons on the flute masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρόνθωνος — γρόνθων first lessons on the flute masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τόνθων — Α (κατά τον Ησύχ.) «παρὰ Κορίννῃ ἐπὶ νωτιαίου κρέως τὸ ὄνομα». [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. συνδέεται με τον τ. τένθης* «λαίμαργος» με φωνηεντισμό ο και έχει σχηματιστεί πιθ. μέσω αμάρτυρου τ. *τόνθος με επίθημα ων (πρβλ. γρόνθων: γρόνθος)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.